- νωδυνία
- νωδυνία, ἡ, Schmerzlosigkeit, Unempfindlichkeit gegen Schmerz
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
νωδυνία — νωδυνία, ἡ (Α) [νώδυνος] λύτρωση από τις οδύνες, από τους πόνους … Dictionary of Greek
νωδυνίας — νωδυνίᾱς , νωδυνία relief from pain fem acc pl νωδυνίᾱς , νωδυνία relief from pain fem gen sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
νωδυνίαν — νωδυνίᾱν , νωδυνία relief from pain fem acc sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)